Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Η θυσία του Παπαφλέσσα εξιλέωση από την προδοσία του στον όρκο της Φιλικής Εταιρείας.

Ελαιογραφία, έργο του Ανδρέα Γεωργιάδη - Κρητός. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Σαν σήμερα, 20 Μαϊου 1825 χάθηκε ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι. Ο οθωμανικός κι αιγυπτιακός στρατός σάρωνε τα πάντα σε Ρούμελη και Μοριά. Έλληνες φυλάκιζαν τους γενναίους και ήρωές τους για το ποιος θα φάει τις δανεικές λίρες και θα κυβερνά, βάζοντας τις βάσεις του φερεφωνισμού που κατέχουμε σταθερά και άξια μέχρι σήμερα. Ακόμη κι αυτοί που θυσιάστηκαν είχαν παρασυρθεί από την πλανεύτρα εξουσία κι είχαν ξεχάσει τον όρκο στην Φιλική Εταιρεία. 
Σε μία κρίση συνειδήσεως μία ηρωική πλην αμφίρροπη προσωπικότητα της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας αποφασίζει να σταθεί σε μια χαμένη μάχη, σε μία μάχη εξιλέωσης με τους προσωπικούς του δαίμονες. Δεν το άντεχε κι ο ίδιος μάλλον να βρίσκεται φυλακισμένος ο Αρχιστράτηγος Θοδωρής Κολοκοτρώνης στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα κι αυτός να κατέχει τον τίτλο του Υπουργού Εσωτερικών κι Αστυνομίας κι αποφασίζει να σταθεί για να χαθεί.
Κι ο θάνατος του  θάνατος εξιλέωσης από την προδοσία στον όρκο που δώσανε προς την Ιερά πλην τρισάθλια Πατρίδα και το νεκροφίλημα από τον Ιμπραήμ ήταν η άφεση αμαρτιών, το επιστραφέν φιλί του Ιούδα. 
Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι όταν από το 1823 εώς το 1825 η σκλαβωμένη Ελλάς πολεμούσε με Οθωμανούς  κι Αιγυπτίους και ταυτόχρονα είχε Εμφύλιο Πόλεμο;  
Επειδή όμως η κάθε ιστορική ανάμνηση έχει και το ηθικό της δίδαγμα, πώς αναφερόμαστε στον χωροχρόνο εμείς οι νεοΈλληνες σε συνάρτηση με τους αγωνιστές της Εθνικής Παλιγγενεσίας του 1821;
Ως λαός με παράσημα δίχως αξία και φαγοπότες με Αλτσχάιμερ της ιστορικής μας κληρονομιάς και παρακαταθήκης. Καταλύτης στο χρόνο είναι η διαρκής προδοσία, έριδες και φιλονικίες που έως τώρα στο ιστορικό συνεχές οδηγούν στο αίμα. Αντίδοτο είναι η μαγιά των ολίγων, η μειοψηφία των γενναίων, αυτή που μνημνονεύει κι ο Μακρυγιάννης που λοιδωρείται, φυλακίζεται, πολεμάει, χάνεται κι όμως νικάει. 
Μάλλον ο αχός του χαμού τους ξυπνά των ατόλμων τον βαθύ ύπνο με ένα εφιάλτη κι ένα ερώτημα: << Τί θα συμβεί σε εμάς, τώρα πού χαθήκαν κι αυτοί; Ποιος θα μας υπερασπίσει; Ποιος θα μάθει για  να σταθεί; Ποιος θα τους μιμηθεί; Η ανδρεία δεν έχει δαχτυλίδια για διαδόχους >>.
Και άλλες φορές ξυπνάνε και σώζονται όπως στον Μαραθώνα, στις Θερμοπύλες, στο Μανιάκι ή στου Βατάτζη τους καιρούς.
Κι άλλες αλλάζουν πλευρό στον ύπνο, κλείνονται στα μοναστήρια όπως με την Άλωση το1453 μ.Χ. ή περιμένουν να κλείσουν τα χουσμέτια με τον σφαγέα ή να έρθουν στρατηγοί από αλλού να σώσουν τον βιο τους. Και ξεγελιούνται οικτρά. Από την Ιωνική Επανάσταση και την καταστροφή της Μιλήτου το 494 π.Χ., έως την γενοκτονία των Ποντίων, την Μικρασιατική Καταστροφή και την Κατεχόμενη Κύπρο μέχρι την επόμενη Ιφιγένεια του Ελληνισμού. 
Κι ίσως κάποιοι να νιώσουν την ανάγκη εξιλέωσης για λύτρωση σε αυτά που αγαπήσαν και σκοτώσαν με πάθος.
Ελλάς, 20.05.2017
Αβέλλας Μιχάλης
 
Υ.Γ.: Παρακάτω παρατίθεται ο όρκος της Φιλικής Εταιρείας σε μικρότερη γραμματοσειρά, ένεκα της ιστορικής λήθης.
   Όρκος Φιλικής Εταιρείας 

«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και τους λόγους της, μήτε να σταθώ κατ΄ουδένα λόγον ή αφορμή του να καταλάβωσι άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον μου.

Ορκίζομαι ότι εις το εξής δεν θέλω έμβει εις καμμίαν εταιρείαν, οποία και αν είναι, μήτε εις κανέναν δεσμόν υποχρεωτικόν. Και μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν αν είχα, και τον πλέον αδιάφορον ως προς την Εταιρείαν, θέλω τον νομίζει ως ουδέν.

Ορκίζομαι ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, των οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους, θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήσει.

Ορκίζομαι να μη μεταχειριστώ ποτέ βίαν δια να αναγνωρισθώ με κανένα συνάδελφον, προσέχων εξ εναντίας με την μεγαλυτέραν επιμέλειαν να μην λανθασθώ κατά τούτο, γενόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος, με κανένα συνάδελφον.

Ορκίζομαι να συντρέχω, όπου εύρω τινά συνάδελφον, με όλην την δύναμιν και την κατάστασίν μου. Να προσφέρω εις αυτόν σέβας και υπακοήν, αν είναι μεγαλύτερος εις τον βαθμόν και αν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον να τον αγαπώ και να τον συντρέχω, καθ΄όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλυτέρα.

Ορκίζομαι ότι καθώς εγώ παρεδέχθην εις Εταιρείαν, να δέχομαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον και όλην την κανονιζομένην άργητα, εωσού τον γνωρίσω Έλληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν της πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον και άξιον όχι μόνον να φυλάττη το μυστικόν, αλλά να κατηχήση και άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι να μην ωφελώμαι κατ΄ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερό πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το Έθνος μου. Να προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι να μην ερωτώ κανένα των Φιλικών με περιέργειαν, δια να μάθω οποίος τον εδέχθη εις την Εταιρείαν. Κατά τούτο δε μήτε εγώ να φανερώσω, ή να δώσω αφορμήν εις τούτον να καταλάβη, ποίος με παρεδέχθη. Να αποκρίνομαι μάλιστα άγνοιαν, αν γνωρίζω το σημείον εις το εφοδιαστικόν τινός.

Ορκίζομαι να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβομαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις τον οποίον διατριβώ.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις Σε, ω ιερά πλην τρισάθλια Πατρίς ! Ορκίζομαι εις τας πολυχρονίους βασάνους Σου. Ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα τα οποία τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά σου ο οδηγός των πράξεών μου, και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή των κόπων μου. Η θεία δικαιοσύνη ας εξαντλήσει επάνω εις την κεφαλήν μου όλους τους κεραυνούς της, το όνομά μου να είναι εις αποστροφήν, και το υποκείμενόν μου το αντικείμενον της κατάρας και του αναθέματος των Ομογενών μου, αν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τας δυστυχίας των και δεν εκπληρώσω το χρέος μου. Τέλος ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου».