Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρωικές Στιγμές Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηρωικές Στιγμές Ελλήνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

«Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω». Ιστορίες ηρώων του 1821

«Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω».


Εδώ σε αυτά τα άγρια βουνά, από κάτω κείτεται μέσα στα βράχια η Παναγία η Προυσσιώτισσα. Εδώ το 1823 μετέφεραν τον Καραϊσκάκη σε ένα φορείο από κλαδιά τα παλληκάρια του, ημιθανή υποφέροντας από αρρώστια στα πνευμόνια για να ιαθεί.

Γνωστός για τα ανέκδοτά του ήταν αρκετές μέρες στο μοναστήρι χωρίς βελτίωση και τον παρακινεί ένας καλόγερος να τάξει κάτι στην Παναγία για το καλό του.

Απάντησε τι να δώσω, άλλο από το μουλάρι μου δεν έχω και το τάζω, προσπαθώντας να χαμογελάσει μες στον πόνο του. Όταν βελτιώθηκε κάπως η υγεία του πριν αναχωρήσει από το μοναστήρι, έδεσε το μουλάρι του στην πόρτα της εκκλησίας , εκστομίζοντας τον σατυρικό του λόγο:

-Που να το’ ξερα ‘γω πως ήθελες μουλάρι για να με γειάνεις τόσους μήνες…

Έπειτα, την Πρωταπριλιά του 1824 στην εκκλησία της Παναγιάς στο Αιτωλικό, έλαβε χώρα ένα από τα πιο μελανά στίγματα στην ιστορία του ξεσηκωμού, από την στημένη καταδίκη του για προδοσία με τους Τούρκους, από τον Μαυροκορδάτο που τον κατάτρεξε όσο κανείς άλλος, αποστερώντας του όλα τα αξιώματα μέχρι να μετανοήσει επιστρέφοντας στα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του και δίνοντας του 48 ώρες προθεσμία να αναχωρήσει.

Μάλιστα δε υπάρχει ένα απόσπασμα από γράμμα του Μαυροκορδάτου:

«Μανθαίνω ότι είναι κακά άρρωστος… Η φθίσις του έφθασεν εις τον τρίτον βαθμόν… ίσως ο Θεός μας απαλλάξη από αυτόν…»

Ο ασθενής στρατηλάτης μεταφερόμενος πάλι σε ένα ξυλοκρέβατο από κλαδιά είχε προορισμό τα Άγραφα ήταν κυνηγημένος κι από Τούρκους και από το πρωτοπαλίκαρο του Μαυροκορδάτου, τον Ράγκο. Εκείνοι που τον καταδικάσανε για προδοσία, τώρα επιτίθεντο από κοινού με τους Τούρκους. Ο Μαυροκορδάτος προς τον Ράγκο έγραψε σε ένα γράμμα: «Ήθελα λάβει μεγάλην ευχαρίστησην, αν τον επιάνατε…»

Στο Καρπενήσι απάντησε στην Γραμμένη Οξυά τον Α. Ίσκο, τον Γ. Δράκο, τον Χρ. Περραιβό και άλλους οπλαρχηγούς που έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Εκεί φιλοξενήθηκε στη Δόμνιτσα από τους Γιολδασαίους και άλλους φίλους του και παρακάλεσε τον παπα-Γιάννη, μόλις τον είδε να μπαίνει στην πόρτα:

«Παρακάλα, παπά μου, το Θεό να γίνω καλά για το Γένος».

Και στην 27 Μαϊου 1824 έγραψε αυτή τη γραφή στο Διευθυντήριο, στον Μαυροκορδάτο:

«Εμένα η κακή τύχη μου και αρρώστησα οπίσω. Δεν ηξεύρω κιόλα από τα κρύα τα πολλά ήταν ή από τους τόσους αφορισμούς όπου μου εκάματε, και σε παρακαλώ να με συγχωρέση η Διοίκησις και όλοι οι χριστιανοί και να μου σταλθεί και μία ευχή συγχωρητική παρά του αρχιερέως.»

Δεν του απάντησε ποτέ και κινήθηκε προς το Ναύπλιο , για να συναντήσει την ιστορία μέσα από τον εμφύλιο διχασμό και λαμπρές νίκες στην Ρούμελη μέχρι το ηρωικό τέλος του στο Φάληρο την 23η Απριλίου 1827, όπου σηκώθηκε βαρειά άρρωστος με πυρετό να ανακόψει τα στρατεύματα του Κιουταχή.

Εν τέλει, εκπληρώνοντας έτσι την ευχή του στο νεκρό σώμα του Μπότσαρη που μεταφέρθηκε στο νάρθηκα του ναού της Παναγίας Προυσσιώτισσας μετά τη νίκη του στο Κεφαλόβρυσο την 9η Αυγούστου 1823 και μόλις το έμαθε ο ασθενής στρατηλάτης, σηκώθηκε από το στρώμα του και σύρθηκε ως το λείψανο. Έσκυψε έπειτα και φίλησε με δάκρυα το νεκρό κι είπε:

«Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω».

«Ο Μάρκος ήτανε τρανός. Είχε νου που δεν είχε άλλος, είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκια σαν του Χριστού. Ούτε το δάχτυλό του δεν του φτάνουμε».

Ας μείνουν χαραγμένα στη μνήμη μας τα τελευταία του λόγια:

«Ελάτε να σας φιλήσω».

Για αυτό συνέβη η εθνική παλιγγενεσία αν και πέρασε από μύρια κύματα εγωισμών, συνωμοσιών, προδοσίας. Γιατί τα τελευταία λόγια των ηγετών ήταν λόγια αγάπης και ομονοίας. Λόγοι εγκαρδιωτικοί. Λόγοι που τιμούν με τις πράξεις τους τα ιδανικά του ηγέτη όπως τον έβλεπε ο Καραϊσκάκης στο πρόσωπο του Μάρκου Μπότσαρη.

Αυτά είναι τα βουνά της Ελλάδας μας που κράτησαν την σπορά του Ελληνισμού.

05.04.2020

Μιχάλης Αβέλλας

Υ.Γ.: Αυτό το βιβλίο που με συνεπήρε από τη Σχολή Αστυφυλάκων Καρδίτσας και μου το δώρισε ο τότε Διοικητής μου, ο Δημήτρης Καλλιαντζής πιθανόν και από παρόρμηση όταν έβλεπε ότι καθόμουν επί ώρες στον ελεύθερο χρόνο στη βιβλιοθήκη της σχολής και μελετούσα την εκτός ύλης στρατιωτική ιστορία.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

Προς τους Νεοέλληνες. Ένα μήνυμα από το 1824

Προς τους Νεοέλληνες. Ένα μήνυμα από το 1824



Το 1824 ο Γάλλος λόγιος της εποχής Claude Fauriel (Κλοντ Φοριέλ), ένας πραγματικός Φιλέλληνας κατάφερε να συγκεντρώσει και να εκδώσει στο τότε ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό που διψούσε για Ελλάδα, αναγέννηση και κλασικό πολιτισμό τα δημοτικά τραγούδια της σύγχρονης Ελλάδας.
Λόγω του μεγάλου όγκου ακολούθησε δεύτερος τόμος το 1825.
Αυτός ο μεγάλος ευεργέτης μας, πριν απελευθερωθούμε καν, έχοντας την ισχυρή πεποίθηση ότι με κάποιο τρόπο θα τα καταφέρναμε, μας έστειλε ένα μήνυμα από το 1824.
Ένα μήνυμα προς τους Νεοέλληνες, που πρέπει να το ακούσουν μέσα τους πολύ καλά οι αναθεωρητές της ιστορίας και της σύγχρονης τέχνης. 

«Προς τους Νεοέλληνες - 1824

ΑΝ ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ανεξαρτησία τους, αν έλθει η μέρα που θα μπορέσουν να αναπτύξουν ειρηνικά τα σπάνια χαρίσματα με τα οποία τους έχει προικίσει η φύση, τότε υπάρχει κάθε ελπίδα σύντομα να πλησιάσουν και ίσως ξεπεράσουν σε πολιτισμό τα αλλά έθνη της Ευρώπης. 
Θα ανθίσουν πάλι στη χώρα οι επιστήμες, η φιλοσοφία θα έχει εκεί νέες σχολές και οι καλές τέχνες θα δημιουργήσουν ξανά αριστουργήματα. Θα έχουν, χωρίς αμφιβολία, και μεγάλες ποιητικές συνθέσεις, στις οποίες η τέχνη θα έχει προσφέρει ό,τι μπόρεσε. Αλλά, αν είναι δυνατόν, αυτές οι τόσο ωραίες ελπίδες ας μην τους προκαλέσουν την περιφρόνηση προς ένα μέτριο και εύκολο έργο! Ας σπεύσουν να συλλέξουν ό,τι δεν έχει χαθεί από τα δημοτικά τους τραγούδια. Η Ευρώπη θα τους οφείλει ευγνωμοσύνη για ό,τι κάνουν για να τα διαφυλάξουν. Και οι ίδιοι θα είναι γοητευμένοι μια μέρα, γιατί θα μπορούν να γνωρίσουν τα προϊόντα μιας σοφής και καλλιεργημένης ποίησης, τα απλά αυτά μνημεία του πνεύματος, της ιστορίας και των ηθών των προγόνων τους.»

Το λάβαμε το μήνυμα οι νεοΈλληνες, έχουμε αντιληφθεί ότι είμαστε στα 200 χρόνια από την εθνική παλιγγενεσία του 1821, έχουμε αντιληφθεί όταν διαπληκτιζόμαστε με ειρωνικά και δηκτικά σχόλια  στα μέσα δικτύωσης τι περιμένουν να δουν από εμάς; Έναν φάρο πολιτισμού και όχι αλλοπρόσαλλου πειραματισμού. 

Και επειδή δεν θελουμε να πληγώνουμε με τα γραπτά και τα λεγόμενα μας, για αυτό και γράφουμε σαν τους μάντεις, γιατί η πορεία της Ελλάδας είναι όπως οι χρησμοί του μαντείου των Δελφών. Διφορούμενη είτε προς την καταστροφή είτε προς την πρόοδο με ροπή προς το πρώτο.
Και όταν φτάνουμε σε αυτή τη ροπή έρχονται τα σημειώματα σαν διαθήκες αυτών των μεγάλων ευεργετών μας, για να μας κυνηγήσουν σαν τις ερινύες από τη λάθος πορεία και με καταλύτη το ελληνικό φιλότιμο βγαίνοντας από τα ερείπια που κληρονομήσαμε, να βαδίσουμε  πάλι στον δρόμο της δόξας. 
#greece2021 Greece 2021

Μ Α

Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

Δεν είναι θύτες όσοι νοσούν από covid

 

Πριν ξεκινήσω είναι απαραίτητη μια ιστορική αναδρομή και ανάμνηση σύγκρισης του χθες και σήμερα. 

Όσο αποστροφή και λήθη κι αν δείχνουν πολλοί εξ ημών για την ιστορία μας, σαν σημέρα έφυγε ο Μάρκος Μπότσαρης. Αυτόν, που θαύμαζε μεχρι και ο Καραϊσκάκης. 

«Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω».


Εν τέλει, εκπληρώνοντας έτσι την ευχή του στο νεκρό σώμα του Μπότσαρη που μεταφέρθηκε στο νάρθηκα του ναού της Παναγίας Προυσσιώτισσας μετά τη νίκη του στο Κεφαλόβρυσο την 9η Αυγούστου 1823 και μόλις το έμαθε ο ασθενής στρατηλάτης,  σηκώθηκε από το στρώμα του και σύρθηκε ως το λείψανο. Έσκυψε έπειτα και φίλησε με δάκρυα το νεκρό κι είπε:

«Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κι εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω».

 «Ο Μάρκος ήτανε τρανός. Είχε νου που δεν είχε άλλος, είχε καρδιά λιονταριού και γνώμη δίκια σαν του Χριστού. Ούτε το δάχτυλό του δεν του φτάνουμε».


Στο τώρα της Ελλάδας και του σύγχρονου κόσμου, μια πρωτοφανής σχεδόν ανθρωποφαγία των ασθενών που πλέον δείχνει να έχει εκτραπεί από  τον χαρακτήρα της ιχνηλάτησης, αλλά της στοχοποίησης.

Κι αυτό γιατί επαγγέλματα στοχοποιούνται, άνθρωποι που νοσούν δεικνύονται και κατακρίνονται από τους σχολιαστές του πληκτρολογίου που όλα τα ξέρουν. Ξέρουν τα πάντα, ότι είναι απάτη ο κορωνοϊός, αλλά όταν τα κρούσματα είναι στην συνοικία τους ή στο νομό τους με μια πρωτοφανή μανία ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος νόσησε να μην κολλήσουν.


Αφού ρε λεβεντιές μου δεν πιστεύετε στην νόσο, γιατί φοβάστε μην κολλήσετε; Να πάτε να καθαρίσετε εθελοντικά τα νοσοκομεία και να τους αλλάζετε ορό χωρίς μάσκα.

Αυτοί οι άνθρωποι που νοσούν σε νόσο χωρίς συμβατική θεραπεία, δεν είναι θύτες αλλά ήρωες που δίνουν τη ζωή τους, για να κερδίσει η επιστήμη χρόνο να νικήσει η ζωή και όχι ο θάνατος.

Τώρα αν κάποιος είναι με το ένα πόδι στο θάνατο ή όχι, για αυτό αποφασίΖΕΙ η θέληση του για ζωή και ο Θεός και κανείς σχολιαστής του καφενείου που νομίζει πως κατέχει το μυστικό του ιερού  δισκοπότηρου.

Νισάφι πια. Τέρμα ο χαβαλές και οι θεωρίες συνωμοσίας.


Δείξετε παρηγοριά στους ασθενείς και όχι περιέργεια. Μία νοερή προσευχή να γίνουν καλά και όχι σχολιασμός ότι είναι με το ένα πόδι στον τάφο. 


Αν θελουμε  να εξουδετερώσουμε τις εστίες πρέπει αυτή η κουτσομπολίστικη τακτική των συνανθρώπων που είναι στη σφαίρα του κοινωνικού bullying, να γίνει ενδιαφέρον.

Για δε πολλούς μεγαλόσχημους πιστούς, την ημέρα της Κρίσης ο Κύριος θα τους απευθυνθεί ήμουν άρρωστος και ήρθατε να με δείτε. Και αυτοί θα απαντήσουν, «πότε, Κύριε»;

Όταν εσείς προσπαθούσατε να σχολιάζετε μόνο ποιος ασθένησε και τι έφταιξε για να νοσήσει, λες και ήταν επιλογή του. 


Η ζωή δεν μπορεί να σταματήσει, αλλά να αλλάξει τρόπο σκέψης αφού είμαστε σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και κρούσματα θα συνεχίσουν να υπάρχουν.


Αυτή την ασθένεια μπορεί και θα την νικήσει η αγάπη μας για τον πλησίον, η διαρκής οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης και η αλήθεια.


Για αυτό, ας μείνουν χαραγμένα τα τελευταία λόγια του ήρωα Μάρκου: «Ελάτε να σας φιλήσω».


09.08.2020

Μιχάλης Αβέλλας 

αστυνομικός 


Υ.Γ.: Αν δεν αγαπούσαν οι παπάδες τον Καραϊσκακη και οι συμπολεμιστές του, όταν τον μετέφεραν μέσα στα άγρια βουνά πάνω σε ένα ξυλοκρέβατο ημιθανή  και φοβόντουσαν το χτικιό που είχε, ποτε δεν θα γινόταν ο μέγας στρατηλάτης για να ελευθερώσει το γένος.